Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Η ιστορία του Τσαρλς Μπόικοτ: Όταν γεννήθηκε ο όρος «μποϊκοτάζ»

Από τον 18o αιώνα και τους αγωνιστές εναντίον του δουλεμπορίου στη Βρετανία, μέχρι το κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Αφροαμερικανών του 20ου αιώνα και τις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, το μποϊκοτάζ  αποτελεί ένα ευρέως γνωστό τρόπο διαμαρτυρίας είτε για κοινωνικοπολιτικούς λόγους είτε ως μέθοδος ακτιβισμού κατά του καταναλωτισμού. Ποια είναι, όμως, η ιστορία του μποϊκοτάζ; Από πού προήλθε ο όρος που εδώ και αιώνες εκφράζει την αντίθεση και την αποδοκιμασία;
Η ιστορία του Μπόικοτ
Η λέξη μποϊκοτάζ πρωτοεμφανίστηκε στο Αγγλικό λεξικό κατά τη διάρκεια του ιρλανδικού «Πολέμου της Γης» και προέρχεται από το όνομα ενός Βρετανού στρατηγού, του Τσαρλς Κάνινγκχαμ Μπόικοτ. Η ιστορία του Μπόικοτ ξεκινά να παρουσιάζει ενδιαφέρον με την αποστράτευσή του, το Μάιο του 1874, όταν νοίκιασε για 53 χρόνια την περιουσία του Λόρδου Ερν στην πόλη Κάουντυ Μάγιο της Ιρλανδίας, επειδή εκείνος είχε εξοστρακιστεί από το ιρλανδικό σωματείο γης. Οι ευθύνες του περιελάμβαναν την είσπραξη ενοικίων από τους αγρότες που μίσθωναν κομμάτια της γης ενώ, παράλληλα, το προσωπικό του αποτελούνταν από ντόπιους εργάτες, αχθοφόρους, αμαξάδες και υπηρέτες.

Ο Τσαρλς Μπόικοτ
Η αγγλική καταγωγή, σε συνδυασμό με τη σκληρότητα και την υπεροψία του γαιοκτήμονα, έπλεξαν μια ιδιαίτερα κακή φήμη στους κύκλος των Ιρλανδών αγροτών. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Tζόυς Μάρλοου, η κοσμοθεωρία του Μπόικοτ συνοψιζόταν στην αντίληψη ότι, «τα αφεντικά έχουν θεϊκή δύναμη και δίκιο, χωρίς να χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψιν τα συναισθήματα και τις απόψεις του λαού». Παρ’ όλο που σε διάφορες πηγές ο ίδιος ο Μπόικοτ αναφέρει ότι διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους ενοικιαστές της γης του, είχε επιβάλλει μια σειρά από σκληρούς κανονισμούς και τεράστιο πρόστιμα τα οποία δυσχέραιναν τη ζωή των αγροτών αλλά και τη σχέση του με αυτούς.

Η καθοριστική ρήξη με το Σωματείο Αγροτών
Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1880, όταν οι αγρότες ζήτησαν μείωση ενοικίων εξαιτίας της χαμηλής παραγωγής του έτους. Αν και αρχικά ο λόρδος Ερν δέχθηκε να προσφέρει 10% μείωση, το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους ξέσπασαν διαμαρτυρίες γιατί αρνήθηκε να προβεί σε περαιτέρω μείωση. Τότε ο Μπόικοτ προσπάθησε να κάνει έξωση σε 11 αγρότες.  Σε απάντηση των εξώσεων, η Ένωση Αγροτών που μαχόταν υπέρ το δίκαιου και σταθερού μισθώματος και του ελεύθερου εμπορίου, αποφάσισε να απέχει από τις εργασίες που αφορούσαν το σπίτι και τα χωράφια του γαιοκτήμονα.
Μάλιστα, ο Τσαρλς Στιουαρτ Πάρνελ, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας αγροτών και ηγέτης του Ιρλανδικού Εθνικιστικού Κόμματος, τόνισε ότι χωρίς προσφυγή στη βία, οι ενοικιαστές θα έπρεπε να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με εκείνους που αρνήθηκαν το αίτημά τους για χαμηλότερα ενοίκια. Έτσι, παρ’ όλες τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν όσοι δέχθηκαν να απέχουν, ο Μπόικοτ βρέθηκε στην απομόνωση. Ακόμα και οι τοπικοί επιχειρηματίες σταμάτησαν να διαπραγματεύονται μαζί του ενώ ο ταχυδρόμος αρνιόταν να παραδώσει την αλληλογραφία του.
Ο ίδιος ο Μπόικοτ, ανίκανος να βρει νέους εργάτες, αναφέρει σε γράμμα του στην εφημερίδα Times: «Οι καλλιέργειες μου καταπατούνται, παρασύρονται κατά ποσότητες και καταστρέφονται. Οι κλειδαριές στις πόρτες μου έσπασαν, οι πύλες έχουν ανοίξει διάπλατα, οι τοίχοι έχουν ριφθεί κάτω, και τα αποθέματα έχουν πεταχτεί έξω στους δρόμους. Δε μπορώ να προσλάβω κανένα εργάτη και η καταστροφή δε θα σταματήσει εάν δεν εγκαταλείψω η χώρα. Δε θα αναφερθώ καν στον κίνδυνο για τη δική μου ζωή, η οποία είναι εμφανής σε όποιον γνωρίζει τη χώρα».

O απόηχος του πρώτου Μποϊκοτάζ
Στις 27 Νοεμβρίου 1880, ελλείψει οδηγού, ο Μπόικοτ και η οικογένειά του εγκατέλειψαν την περιοχή με ένα στρατιωτικό ασθενοφόρο. Αφού οδηγήθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό, ταξίδεψαν στο Δουβλίνο όπου ούτε εκεί τους επιφύλαξαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή. Έτσι, αν και είχαν προγραμματίσει να μείνουν εκεί μια εβδομάδα, συνέχισαν εσπευσμένα το ταξίδι τους για την Αγγλία.
 Η λέξη «μπόικοτ»

Το ρήμα μποϊκοτάρω εισήχθη στο Αγγλικό λεξικό από τον Tζον Ο Μάλλευ το Σεπτέμβρη του 1880, πριν η ιστορία του Μπόικοτ γίνει γνωστή. Ο Μάλλευ έψαχνε μια λέξη που να εκφράζει τον εξοστρακισμό ενός γαιοκτήμονα. Όχι τον εξοστρακισμό γενικά αλλά συγκεκριμένα την εκδίωξη κάποιου που κατέχει γη. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Μάρλοου, ο Μάλλευ συνέδεσε την κατάσταση του Μπόικοτ με τον ορισμό της λέξης που έψαχνε και έτσι της έδωσε το όνομά του. Με τα χρόνια, η λέξη συνδέθηκε τόσο με την αποχή από τις εργασίες για χάρη του Μπόικοτ και έτσι, απέκτησε το νόημα που έχει σήμερα.
                                                                     πηγή: http://tvxs.gr/

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΕΛΕΙΤΡΟΧΟΣ - ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: «Η Σιωπή της Πέτρας»





Ο Σύλλογος Φωτογραφίας & Καλλιτεχνικής Έκφρασης Θήβας, "Ελείτροχος" σάς προσκαλεί στα εγκαίνια της Έκθεσης Φωτογραφίας μελών του συλλόγου, με τίτλο: "Η Σιωπή της Πέτρας", που θα πραγματοποιηθούν την Παρασκευή 22 Μαΐου, και ώρα 20.30 στο Café-Bar-Restaurant «Ζήθος», Επαμεινώνδα 90 (Πεζόδρομος) – Θήβα.
 Στην έκθεση συμμετέχουν τα μέλη: Αναστασίου Ειρήνη, Ευθυμίου Νίκος, Μπεκρής Δημήτρης, Νάκη Ντίνα, Παπαγρηγορίου Γκίκας, Παπαργύρη Γεωργία, Περιστεράκη Στέλλα και Τσαπρούνη Γιώτα.

Είσοδος: Ελεύθερη

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Έφυγε o Αλέκος Δήμου

Λιγόστεψαν οι βάρκες στο γιαλό,  αφού έφυγε  από την ζωή  το πρωί της 19 Μαίου 2015, ένας από τους πιο χαρισματικούς και γνήσιους ερμηνευτές της δημοτικής και Αρβανίτικης μουσικής  παράδοσης,  ο Χωστιαναίος Αλέκος Δήμου. Η κηδεία του έγινε την Πέμπτη 21-5-15, στο κοιμητήριο της Ηλιούπολης Αττικής.
Ο Αλέκος Δήμου γεννήθηκε πριν 76 χρόνια στα Χώστια, όπου, από μικρός μαθήτευσε σαν ψάλτης στην βυζαντινή μουσική στον  Ι. Ναό Αγ. Ιωάννου Προδρόμου.  Σαν καλλιτέχνης  διακρίθηκε όχι μόνον σαν εξαιρετικός ερμηνευτής  των Αρβανίτικων και δημοτικών  τραγουδιών αλλά και σαν συνθέτης και στιχουργός. Συνεργάσθηκε με τους μεγαλύτερους οργανοπαίχτες της δημοτικής μας μουσικής στους κύκλους των οποίων έχαιρε μεγάλης εκτίμησης όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές του αρετές αλλά  και   για το ήθος, την έμφυτη ανθρωπιά του, την καλοσύνη του.
Πολλοί από τους δίσκους του, όπως ο δίσκος  "Έχω δάκρυα στα μάτια", έκαναν ρεκόρ πωλήσεων. Άλλα έργα  του είναι και τα  εξής: "Τραγούδια της λεβεντιάς" (1967), "Χορεύει η ελληνική λεβεντιά" (1968), "Έλα μεσ' στην αγκαλιά μου" (1973), "Μια καρδιά την έχω" (1974), "Κάνεις μπαμ" (1975), "Ντέρτι δεν θα βάλω" (1981), "Σήκω, τραγούδα, χόρευε" (1969),  "Τσελιγκοπούλα" (1976), "Άνθρωποι δεν υπάρχουνε" (1976), "Ρουμελιώτικα" (1977), "Αρβανίτικα" (1977), "Όταν χτυπάει Εσπερινός" (1978), "Ο Ήλιος της Ελλάδος" (1978), "Έλα στην παρέα μου κυρία" (1981), "Αρβανιτιά, γλέντι και παράδοση" (1981), "Χρυσά μου αστέρια" (1983), "Δημοτικά παράπονα" (1983), "Την ιστορία μου θα πω" (1983), "Υπάρχουν βάσανα στη γη" (1987), "Τραγούδια για όλη την Ελλάδα" (1993), «Τα σουξέ» (1995), κ.λπ.